Με τον όρο ραγοειδίτιδα περιγράφουμε κάθε φλεγμονή στο εσωτερικό του ματιού και χωρίζεται ανάλογα με το τμήμα του ματιού που εντοπίζεται η φλεγμονή σε:   

Πρόσθια: Στο πρόσθιο τμήμα του ματιού. (40% του συνόλου.)

Διάμεση: Στο ενδιάμεσο τμήμα του ματιού. ( 5% του συνόλου)

Οπίσθια ή χοριοειδίτιδα: Στο οπίσθιο τμήμα του ματιού. (30% του συνόλου)

Πανραγοειδίτιδα ή Γενικευμένη: Σε όλο το εσωτερικό του ματιού (15% του συνόλου)

Χοριοειδίτιδα (Οπίσθια ραγοειδίτιδα)Στο συγκεκριμένο άρθρο θα σταθούμε στην τρίτη περίπτωση.

Ας μιλήσουμε αρχικά για το χοριοειδή χιτώνα για να κατανοήσουμε καλύτερα τη συγκεκριμένη παθολογία. Είναι έντονα αγγειωμένος κι αρδεύει τη στοιβάδα των κωνίων και ραβδίων και το μελάγχρουν επιθήλιο του αμφιβληστροειδούς. .Αντίθετα με τα αμφιβληστροειδικά αγγεία που είναι τελικά , η χοριοειδική κυκλοφορία σχηματίζει ένα πυκνό αναστομωτικό δίκτυο.

Η χοριοειδίτιδα ή οπίσθια ραγοειδίτιδα  λοιπόν είναι η φλεγμονή αυτού του χιτώνα και κάθε βλάβη αυτού μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικά και πολλές φορές μη αναστρέψιμα προβλήματα στην όραση.

Χαρακτηρίζεται από λευκά εξιδρώματα στον αμφιβληστροειδή , τα οποία ορισμένες φορές αποκρύπτονται από την παρουσία κυττάρων εντός του υαλοειδούς. Καταλήγει σε χοριοαμφιβληστροειδική ατροφία με κατά τόπους αθροίσεις μελαχρωστικής.

Η οπίσθια ραγοειδίτιδα διακρίνεται ανάλογα με το αίτιο σε:

  • Λοιμώδεις
  • Μη λοιμώδεις
  • Σύνδρομα μεταμφίεσης

Ανάλογα με τον ιστό που εντοπίζεται η φλεγμονή σε:

  • Αμφιβληστροειδίτιδες
  • Χοριοειδίτιδες
  • Αμφιβληστροχοριοειδίτιδες
  • Χοριοαμφιβληστροειδίτιδες
  • Αγγειίτιδες αμφιβληστροειδή
  • Νευροαμφιβληστροειδίτιδες
  • Υαλίτιδες

Ανάλογα με την πορεία της φλεγμονής σε:

  • Οξείες. Εκδηλώνονται αιφνίδια με έντονα συμπτώματα και διαρκούν μέχρι 6 εβδομάδες. (τοξόπλασμα, ιοί του έρπητα, νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet)
  • Χρόνιες. Εκδηλώνονται με ήπια συμπτώματα που πολλές φορές δεν γίνονται αντιληπτά και διαρκούν περισσότερο από 6 εβδομάδες. (σαρκοείδωση,φυματίωση, σύφιλη, κυτταρομεγαλοϊός, birdshot, σύνδρομα λευκών κηλίδων, συμπαθητικήοφθαλμία, νόσος Vogt-Koyanagi-Harada)

Ανάλογα με την κλινική μορφή που παρουσιάζουν σε:

  • Κοκκιωματώδεις. (φυματίωση, σύφιλη, σαρκοείδωση, νόσος Vogt-Koyanagi-Harada, συμπαθητική οφθαλμία)
  • Μη κοκκιωματώδεις. (νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet, έρπουσα χοριοειδοπάθεια)

Ο ασθενής με οπίσθια ραγοειδίτιδα μπορεί να βλέπει μυγάκια , να έχει θολή ή σοβαρή μείωση της όρασης κι ακόμα και σκοτεινές περιοχές στο οπτικό πεδίο. Τα συμπτώματα αυτά εξαρτώνται από το εάν η φλεγμονή εστιάζεται στην περιφέρεια του ματιού ή την κεντρική περιοχή , από τον τύπο της φλεγμονής καθώς κι από την έντασή της.

Περίπου στις μισές περιπτώσεις της οπίσθιας ραγοειδίτιδας το αίτιο είναι λοιμώδες και τα πιο συχνά μικρόβια είναι τα:

  • Τοξόπλασμα
  • Ιός του απλού έρπητα
  • Ιός του έρπητα ζωστήρα
  • Κυτταρομεγαλοϊός
  • Σύφιλη
  • Φυματίωση
  • Bartonella henselae
  • Μύκητες

Όταν το αίτιο δεν είναι λοιμώδες μπορεί να είναι :

  • Νόσος Αδαμαντιάδη-Behcet
  • Σαρκοείδωση
  • Νόσος Vogt-Koyanagi-Harada
  • Νοσήματα του κολλαγόνου, όπως ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος, η νόσος Wegener, η οζώδης πολυαρτηρίτιδα, η υποτροπιάζουσα πολυχονδρίτιδα, το σκληρόδερμα.

Ή ακόμα μπορεί να οφείλεται και σε αυτοάνοσα νοσήματα όπως:

  • Birdshot
  • Σύνδρομα λευκών κηλίδων
  • Έρπουσα χοριοδοπάθεια
  • Συμπαθητική οφθαλμία

Η θεραπεία της οπίσθιας ραγοειδίτιδας εξαρτάται από την έκταση της φλεγμονής και την αιτία που την προκάλεσε.

Εάν π.χ. είναι περιορισμένης διάρκειας ή μικρής έντασης ή βρίσκεται σε τέτοια θέση που δεν απειλεί την όραση, δε χρειάζεται θεραπεία. Αν όμως απαιτείται θεραπεία αυτή είναι πάντα συστηματική, από το στόμα ή ενδοφλέβια.

Στις λοιμώδεις οπίσθιες ραγοειδίτιδες η θεραπεία είναι εξειδικευμένη, δηλ. για κάθε μικρόβιο το κατάλληλο αντιβιοτικό.

Στις μη λοιμώδεις η θεραπεία είναι μη ειδική και έχει δυο στόχους: από τη μια πλευρά να περιορίσει γρήγορα τη φλεγμονή και από την άλλη να εμποδίσει ή τουλάχιστον να περιορίσει τις υποτροπές. Το πρώτο σκέλος μπορούμε να το πετύχουμε με τη χορήγηση υψηλών δόσεων κορτιζόνης είτε από το στόμα είτε ενδοφλέβια. Το δεύτερο σκέλος θα απαιτήσει τη χορήγηση χαμηλών δόσεων κορτιζόνης με χωρίς ανοσοτροποποιητικά φάρμακα όπως:

  • Μεθοτρεξάτη
  • Αζαθιοπρίνη
  • Μυκοφενολάτη
  • Κυκλοσπορίνη
  • Αντι-TNF
  • ιντερφερόνη